Греческий словарь
с грамматикой

ανάγλυφο

[aˈnaɣlifa]существительноеτο · средний родB2

Значения

1
рельеф, выпуклое изображение на поверхности
relief, raised carving or moulding on a surface · ανάγλυφο από μάρμαρο — мраморный рельеф
2
рельеф (географический)
terrain, landscape relief · το ανάγλυφο του εδάφους — рельеф местности

Грамматика

Ед. ч.
им.
το ανάγλυφο
вин.
το ανάγλυφο
род.
του ανάγλυφου
зват.
ανάγλυφο
Мн. ч.
им.
τα ανάγλυφα
вин.
τα ανάγλυφα
род.
των ανάγλυφων
зват.
ανάγλυφα

Примеры

Το ανάγλυφο της Ελλάδας είναι πολύ ορεινό.
Рельеф Греции очень гористый. · Greece's terrain is very mountainous.
Τα ανάγλυφα στους τοίχους του μουσείου είναι εκπληκτικά.
Рельефы на стенах музея потрясающие. · The reliefs on the museum walls are stunning.
Το ανάγλυφο του αρχαίου αγάλματος δείχνει τη δεξιοτεχνία.
Рельеф древней статуи показывает мастерство. · The carving of the ancient statue shows craftsmanship.