Греческий словарь
с грамматикой

ανάβω

[aˈnavo]глаголA1

Значения

1
зажигать, включать (свет, огонь, электроприборы)
to light, to turn on (light, fire, electrical devices) · ανάβω το φως — включаю свет
2
разжигать (чувства, страсти)
to kindle, to inflame (feelings, passions) · ανάβω το πάθος — разжигаю страсть

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ανάβω
εσύ
ανάβεις
αυτός
ανάβει
εμείς
ανάβουμε
εσείς
ανάβετε
αυτοί
ανάβουν
Аорист
εγώ
άναψα
εσύ
άναψες
αυτός
άναψε
εμείς
αναψαμε
εσείς
αναψατε
αυτοί
άναψαν
Будущее
εγώ
θα ανάψω
εσύ
θα ανάψεις
αυτός
θα ανάψει
εμείς
θα ανάψουμε
εσείς
θα ανάψετε
αυτοί
θα ανάψουν

Примеры

Άναψε το φως στο σαλόνι.
Включи свет в гостиной. · Turn on the light in the living room.
Χθες ανάψαμε φωτιά στη σχάρα.
Вчера мы разожгли огонь на гриле. · Yesterday we lit a fire on the grill.
Η μουσική ανάβει το πάθος των ανθρώπων.
Музыка разжигает страсть в людях. · Music kindles passion in people.
Θα ανάψεις το τζάκι αργότερα;
Ты включишь камин позже? · Will you light the fireplace later?