Греческий словарь
с грамматикой

αμφισβητώ

[amfizviˈto]глаголB1

Значения

1
оспаривать, ставить под сомнение
to dispute, to question, to challenge · αμφισβητώ την απόφαση — оспаривать решение
2
отрицать, не признавать
to deny, to refuse to acknowledge · αμφισβητώ τα γεγονότα — отрицать факты

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αμφισβητώ
εσύ
αμφισβητάς
αυτός
αμφισβητά
εμείς
αμφισβητούμε
εσείς
αμφισβητάτε
αυτοί
αμφισβητούν
Аорист
εγώ
αμφισβήτησα
εσύ
αμφισβήτησες
αυτός
αμφισβήτησε
εμείς
αμφισβητήσαμε
εσείς
αμφισβητήσατε
αυτοί
αμφισβήτησαν
Будущее
εγώ
θα αμφισβητώ
εσύ
θα αμφισβητάς
αυτός
θα αμφισβητά
εμείς
θα αμφισβητούμε
εσείς
θα αμφισβητάτε
αυτοί
θα αμφισβητούν

Примеры

Δεν αμφισβητώ την ικανότητά του.
Я не оспариваю его способность. · I don't dispute his ability.
Αμφισβήτησε την αυθεντικότητα του εγγράφου.
Он поставил под сомнение подлинность документа. · He questioned the authenticity of the document.
Κανείς δεν αμφισβητεί τα αποτελέσματα της έρευνας.
Никто не оспаривает результаты исследования. · No one disputes the results of the research.
Αμφισβητούν την απόφαση του δικαστηρίου.
Они оспаривают судебное решение. · They are challenging the court's decision.