Греческий словарь
с грамматикой

αμφισβήτηση

[amfisˈvitisi]существительноеη · женский родB2

Значения

1
оспаривание, опровержение, сомнение в чём-либо
questioning, challenging, disputing · αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων — оспаривание результатов
2
спор, полемика
dispute, controversy · χωρίς αμφισβήτηση — без спора, несомненно

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αμφισβήτηση
вин.
την αμφισβήτηση
род.
της αμφισβήτησης
зват.
αμφισβήτηση
Мн. ч.
им.
οι αμφισβητήσεις
вин.
τις αμφισβητήσεις
род.
των αμφισβητήσεων
зват.
αμφισβητήσεις

Примеры

Η αμφισβήτηση των εκλογικών αποτελεσμάτων ήταν έντονη.
Оспаривание результатов выборов было ожесточённым. · The challenging of the election results was intense.
Δεν υπάρχει αμφισβήτηση ότι είναι ο καλύτερος παίκτης.
Не подлежит сомнению, что он лучший игрок. · There is no disputing that he is the best player.
Οι αμφισβητήσεις για τη συμφωνία συνεχίστηκαν εβδομάδες.
Споры по поводу соглашения продолжались неделями. · Disputes over the agreement went on for weeks.