αμφιλεγόμενος
[amfiˈleɣomenos]прилагательноеC1
Значения
1
спорный, оспариваемый, вызывающий разногласия
controversial, disputed, contested · μια αμφιλεγόμενη απόφαση — спорное решение
2
двусмысленный, неоднозначный
ambiguous, equivocal · αμφιλεγόμενη δήλωση — двусмысленное заявление
Грамматика
мужской род
им.
αμφιλεγόμενος
вин.
αμφιλεγόμενο
род.
αμφιλεγόμενου
зват.
αμφιλεγόμενε
женский род
им.
αμφιλεγόμενη
вин.
αμφιλεγόμενη
род.
αμφιλεγόμενης
зват.
αμφιλεγόμενη
средний род
им.
αμφιλεγόμενο
вин.
αμφιλεγόμενο
род.
αμφιλεγόμενου
зват.
αμφιλεγόμενο
Примеры
Η αμφιλεγόμενη πολιτική του προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
Его спорная политика вызвала сильные возражения. · His controversial policy provoked fierce opposition.
Το αμφιλεγόμενο κείμενο δέχτηκε κριτική από ολόκληρη την κοινότητα.
Оспариваемый текст подвергся критике со стороны всего сообщества. · The contested text came under criticism from the entire community.
Οι αμφιλεγόμενες δηλώσεις του δεν άφησαν κανέναν αδιάφορο.
Его двусмысленные заявления никого не оставили равнодушным. · His ambiguous statements left no one indifferent.