Греческий словарь
с грамматикой

αμφιβάλλω

[amfiˈvalo]глаголC1

Значения

1
сомневаться, испытывать сомнение
to doubt, to have doubts · αμφιβάλλω για την αλήθεια — сомневаюсь в правде
2
ставить под вопрос, оспаривать
to question, to dispute · δεν αμφιβάλλω το αποτέλεσμα — не оспариваю результат

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αμφιβάλλω
εσύ
αμφιβάλλεις
αυτός
αμφιβάλλει
εμείς
αμφιβάλλουμε
εσείς
αμφιβάλλετε
αυτοί
αμφιβάλλουν
Аорист
εγώ
αμφέβαλα
εσύ
αμφέβαλες
αυτός
αμφέβαλε
εμείς
αμφέβαλαν
εσείς
αμφέβαλαν
αυτοί
αμφέβαλαν
Будущее
εγώ
θα αμφιβάλλω
εσύ
θα αμφιβάλλεις
αυτός
θα αμφιβάλλει
εμείς
θα αμφιβάλλουμε
εσείς
θα αμφιβάλλετε
αυτοί
θα αμφιβάλλουν

Примеры

Δεν αμφιβάλλω για την ικανότητά σας.
Я не сомневаюсь в вашей способности. · I do not doubt your ability.
Πολλοί αμφιβάλλουν την αποτελεσματικότητα της μεθόδου.
Многие оспаривают эффективность метода. · Many question the effectiveness of the method.
Αμφέβαλα για την απόφασή του από την αρχή.
Я сомневался в его решении с самого начала. · I doubted his decision from the start.
Θα αμφιβάλλει πάντα τις καινοτόμες ιδέες.
Он всегда будет сомневаться в инновационных идеях. · He will always doubt innovative ideas.