Греческий словарь
с грамматикой

αμπελουργός

[ambeluˈrɣos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
виноградарь, человек, занимающийся выращиванием винограда
vintner, person who grows grapes or cultivates vineyards · καλλιεργεί αμπέλια — выращивает виноградники

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αμπελουργός
вин.
τον αμπελουργό
род.
του αμπελουργού
зват.
αμπελουργέ
Мн. ч.
им.
οι αμπελουργοί
вин.
τους αμπελουργούς
род.
των αμπελουργών
зват.
αμπελουργοί

Примеры

Ο αμπελουργός συγκομίζει το σταφύλι το φθινόπωρο.
Виноградарь собирает урожай осенью. · The vintner harvests the grapes in autumn.
Οι αμπελουργοί της περιοχής παράγουν εξαιρετικό κρασί.
Виноградари этого региона производят превосходное вино. · The vintners of the region produce excellent wine.
Ήταν αμπελουργός για πάνω από τριάντα χρόνια.
Он был виноградарем более тридцати лет. · He was a vintner for over thirty years.