αμνηστεύω
[amniˈstevo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
амнистировать, объявить амнистию
to grant amnesty, to amnesty · αμνηστεύω τους κρατούμενους — объявить амнистию для заключённых
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αμνηστεύω
εσύ
αμνηστεύεις
αυτός
αμνηστεύει
εμείς
αμνηστεύουμε
εσείς
αμνηστεύετε
αυτοί
αμνηστεύουν
Аорист
εγώ
αμνήστευσα
εσύ
αμνήστευσες
αυτός
αμνήστευσε
εμείς
αμνηστεύσαμε
εσείς
αμνηστεύσατε
αυτοί
αμνήστευσαν
Будущее
εγώ
θα αμνηστεύσω
εσύ
θα αμνηστεύσεις
αυτός
θα αμνηστεύσει
εμείς
θα αμνηστεύσουμε
εσείς
θα αμνηστεύσετε
αυτοί
θα αμνηστεύσουν
Примеры
Η κυβέρνηση αμνήστευσε τους πολιτικούς κρατούμενους.
Правительство амнистировало политических заключённых. · The government amnestied the political prisoners.
Το κοινοβούλιο ψήφισε να αμνηστεύσει τους διαδηλωτές.
Парламент проголосовал за амнистию демонстрантов. · Parliament voted to amnesty the protesters.
Δεν μπορούν να αμνηστεύουν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
Они не могут амнистировать преступления против человечества. · They cannot amnesty crimes against humanity.