αμμωνία
[amoˈnia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
аммиак (химическое вещество)
ammonia (chemical compound) · χημικό αέριο με δυσάρεστη οσμή — химический газ с неприятным запахом
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αμμωνία
вин.
την αμμωνία
род.
της αμμωνίας
зват.
αμμωνία
Мн. ч.
им.
οι αμμωνίες
вин.
τις αμμωνίες
род.
των αμμωνιών
зват.
αμμωνίες
Примеры
Η αμμωνία είναι ένα επικίνδυνο χημικό αέριο.
Аммиак — опасный химический газ. · Ammonia is a dangerous chemical gas.
Χρησιμοποιούμε αμμωνία για την καθαρίστηκα των σπιτιών.
Мы используем аммиак для уборки домов. · We use ammonia to clean houses.
Η συγκέντρωση της αμμωνίας στο εργαστήριο ήταν πολύ υψηλή.
Концентрация аммиака в лаборатории была очень высокой. · The concentration of ammonia in the laboratory was very high.