Греческий словарь
с грамматикой

αμινοξύ

[ˌaminɔˈksi]существительноеτο · средний родC1

Значения

1
аминокислота
amino acid · το δομικό στοιχείο των πρωτεϊνών — строительный элемент белков

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αμινοξύ
вин.
το αμινοξύ
род.
του αμινοξέος
зват.
αμινοξύ
Мн. ч.
им.
τα αμινοξέα
вин.
τα αμινοξέα
род.
των αμινοξέων
зват.
αμινοξέα

Примеры

Τα αμινοξέα είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη.
Аминокислоты необходимы для роста. · Amino acids are essential for growth.
Το αμινοξύ λευκίνη περιέχεται στο κρέας.
Аминокислота лейцин содержится в мясе. · The amino acid leucine is found in meat.
Ο οργανισμός παράγει ορισμένα αμινοξέα.
Организм вырабатывает некоторые аминокислоты. · The body produces certain amino acids.