αμεσότητα
[ameˈsotita]существительноеη · женский родC1
Значения
1
непосредственность, прямота (качество быть прямым, неопосредованным)
immediacy, directness (the quality of being direct, unmediated) · η αμεσότητα της επικοινωνίας — прямота общения
2
срочность, неотложность (качество требующего быстрого действия)
urgency, immediacy (the quality of requiring prompt action) · η αμεσότητα του προβλήματος — срочность проблемы
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αμεσότητα
вин.
την αμεσότητα
род.
της αμεσότητας
зват.
αμεσότητα
Мн. ч.
им.
οι αμεσότητες
вин.
τις αμεσότητες
род.
των αμεσοτήτων
зват.
αμεσότητες
Примеры
Η αμεσότητα της απάντησής του με εξέπληξε.
Его прямота ответа меня удивила. · The directness of his reply surprised me.
Απαιτείται αμεσότητα στη λήψη αποφάσεων.
При принятии решений необходима срочность. · Urgency is required in decision-making.
Την αμεσότητα της κρίσης δεν μπορούσαν να αγνοήσουν.
Они не могли игнорировать срочность кризиса. · They could not ignore the immediacy of the crisis.