αμαρτία
[amarˈti.a]существительноеη · женский родB1
Значения
1
грех, греховный поступок
sin, sinful act · ένα σοβαρό αμάρτημα — серьёзный грех
2
ошибка, промах
mistake, error · δεν ήταν αμαρτία — это была не ошибка
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αμαρτία
вин.
την αμαρτία
род.
της αμαρτίας
зват.
αμαρτία
Мн. ч.
им.
οι αμαρτίες
вин.
τις αμαρτίες
род.
των αμαρτιών
зват.
αμαρτίες
Примеры
Η αμαρτία δεν αποδείχθηκε στο δικαστήριο.
Грех не был доказан в суде. · The sin was not proven in court.
Δεν έχει κανείς το δικαίωμα να κρίνει τις αμαρτίες του άλλου.
Никто не имеет права судить об ошибках другого. · No one has the right to judge another's mistakes.
Της έδωσε συγχώρεση για την αμαρτία της.
Он простил её за её грех. · He forgave her for her sin.