Греческий словарь
с грамматикой

αλώνω

[aˈlono]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
захватывать, завоевывать (город, крепость)
to capture, to seize (a city, fortress) · αλώνω την πόλη — захватываю город
2
молотить, обмолачивать (зерно)
to thresh (grain) · αλώνω το σιτάρι — молочу пшеницу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αλώνω
εσύ
αλώνεις
αυτός
αλώνει
εμείς
αλώνουμε
εσείς
αλώνετε
αυτοί
αλώνουν
Аорист
εγώ
άλωσα
εσύ
άλωσες
αυτός
άλωσε
εμείς
αλώσαμε
εσείς
αλώσατε
αυτοί
άλωσαν
Будущее
εγώ
θα αλώσω
εσύ
θα αλώσεις
αυτός
θα αλώσει
εμείς
θα αλώσουμε
εσείς
θα αλώσετε
αυτοί
θα αλώσουν

Примеры

Οι στρατιώτες άλωσαν το κάστρο μετά από πολλές μέρες.
Солдаты захватили крепость после многих дней боёв. · The soldiers captured the fortress after many days of fighting.
Αλώνουν το σιτάρι κάθε καλοκαίρι στον αγρό.
Каждое лето они молотят пшеницу в поле. · Every summer they thresh the wheat in the field.
Η πόλη αλώθηκε από τον εχθρό.
Город был захвачен врагом. · The city was captured by the enemy.