αλφαβητικός
[alfavɪˈtɪkos]прилагательноеB1
Значения
1
алфавитный, относящийся к алфавиту
alphabetical, relating to the alphabet · αλφαβητική σειρά — алфавитный порядок
2
расположенный в алфавитном порядке
arranged alphabetically · αλφαβητικό ευρετήριο — алфавитный указатель
Грамматика
мужской род
им.
αλφαβητικός
вин.
αλφαβητικό
род.
αλφαβητικού
зват.
αλφαβητικέ
женский род
им.
αλφαβητική
вин.
αλφαβητική
род.
αλφαβητικής
зват.
αλφαβητική
средний род
им.
αλφαβητικό
вин.
αλφαβητικό
род.
αλφαβητικού
зват.
αλφαβητικό
Примеры
Τα ονόματα είναι σε αλφαβητική σειρά.
Имена расположены в алфавитном порядке. · The names are in alphabetical order.
Χρησιμοποιούμε αλφαβητικούς κωδικούς για τα αρχεία.
Мы используем буквенные коды для файлов. · We use alphabetical codes for the files.
Το αλφαβητικό ευρετήριο βοηθά στη αναζήτηση.
Алфавитный указатель помогает в поиске. · The alphabetical index helps with searching.
Σύμφωνα με την αλφαβητική ταξινόμηση, πρώτη είναι η Αθήνα.
По алфавитной классификации первой идёт Афины. · According to alphabetical classification, Athens comes first.