Греческий словарь
с грамматикой

αλυχτώ

[aliˈxto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B2

Значения

1
цепляться, держаться (за что-л. руками или зубами)
to cling to, to grip tightly (with hands or teeth) · αλυχτώ στο σχοινί — цепляюсь за верёвку
2
отчаянно стараться удержать, не отпускать
to hold on desperately, to refuse to let go · αλυχτώ στη ζωή — отчаянно держусь за жизнь

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αλυχτώ
εσύ
αλυχτάς
αυτός
αλυχτά
εμείς
αλυχτούμε
εσείς
αλυχτάτε
αυτοί
αλυχτούν
Аорист
εγώ
αλύχτησα
εσύ
αλύχτησες
αυτός
αλύχτησε
εμείς
αλυχτήσαμε
εσείς
αλυχτήσατε
αυτοί
αλύχτησαν
Будущее
εγώ
θα αλυχτήσω
εσύ
θα αλυχτήσεις
αυτός
θα αλυχτήσει
εμείς
θα αλυχτήσουμε
εσείς
θα αλυχτήσετε
αυτοί
θα αλυχτήσουν

Примеры

Το παιδί αλυχτά στα σχοινιά της κούνιας.
Ребёнок крепко держится за верёвки качелей. · The child clings tightly to the ropes of the swing.
Αλύχτησε στον κορμό του δέντρου και σώθηκε.
Он уцепился за ствол дерева и спасся. · He gripped the tree trunk and saved himself.
Αλυχτώντας στην ελπίδα, συνέχισε να προσπαθεί.
Отчаянно держась за надежду, он продолжал стараться. · Clinging to hope, he kept trying.