αλυσίδα
[aluˈsida]существительноеη · женский родA2
Значения
1
цепь (металлическая)
chain (metal links) · χρυσή αλυσίδα — золотая цепь
2
цепочка, последовательность
chain, sequence · αλυσίδα γεγονότων — цепь событий
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αλυσίδα
вин.
την αλυσίδα
род.
της αλυσίδας
зват.
αλυσίδα
Мн. ч.
им.
οι αλυσίδες
вин.
τις αλυσίδες
род.
των αλυσίδων
зват.
αλυσίδες
Примеры
Φοράει μια ασημένια αλυσίδα στο λαιμό της.
Она носит серебряную цепь на шее. · She wears a silver chain around her neck.
Ο σκύλος ήταν δεμένος με μια αλυσίδα.
Собака была привязана цепью. · The dog was tied up with a chain.
Μια αλυσίδα αποστολών σταμάτησε το έργο.
Цепочка задержек остановила работу. · A chain of delays halted the work.