Греческий словарь
с грамматикой

αλυκίνωση

[aliˈkinosi]существительноеη · женский родC1

Значения

1
десульфуризация, процесс удаления серы из топлива или газов
desulfurization, removal of sulfur from fuel or emissions · αφαίρεση θείου από καύσιμα — удаление серы из топлива

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αλυκίνωση
вин.
την αλυκίνωση
род.
της αλυκίνωσης
зват.
αλυκίνωση
Мн. ч.
им.
οι αλυκινώσεις
вин.
τις αλυκινώσεις
род.
των αλυκινώσεων
зват.
αλυκινώσεις

Примеры

Η αλυκίνωση των καυσίμων μειώνει τις εκπομπές SO₂.
Десульфуризация топлива снижает выбросы SO₂. · Desulfurization of fuel reduces SO₂ emissions.
Τα συστήματα αλυκίνωσης είναι υποχρεωτικά στα σύγχρονα εργοστάσια.
Системы десульфуризации обязательны на современных заводах. · Desulfurization systems are mandatory at modern plants.
Η αλυκίνωση του φυσικού αερίου είναι μια σημαντική διαδικασία.
Десульфуризация природного газа — это важный процесс. · Desulfurization of natural gas is an important process.