αλουμίνιο
[aluˈminio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
алюминий (химический элемент)
aluminium (the chemical element) · το αλουμίνιο είναι ελαφρύ μέταλλο — алюминий — лёгкий металл
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αλουμίνιο
вин.
το αλουμίνιο
род.
του αλουμινίου
зват.
αλουμίνιο
Мн. ч.
им.
τα αλουμίνια
вин.
τα αλουμίνια
род.
των αλουμινίων
зват.
αλουμίνια
Примеры
Τα κουτιά από αλουμίνιο είναι πολύ ελαφρά.
Банки из алюминия очень лёгкие. · Aluminium cans are very light.
Το αλουμίνιο χρησιμοποιείται στην αεροναυπηγική.
Алюминий используется в авиастроении. · Aluminium is used in aircraft manufacturing.
Στο εργαστήριο μελετάμε τις ιδιότητες του αλουμινίου.
В лаборатории мы изучаем свойства алюминия. · In the lab we study the properties of aluminium.