αλληλογραφία
[aliloɣraˈfi.a]существительноеη · женский родB1
Значения
1
переписка, корреспонденция
correspondence, exchange of letters · η αλληλογραφία με φίλους — переписка с друзьями
2
письма, корреспондентские материалы
letters, written communications · ιστορική αλληλογραφία — историческая корреспонденция
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αλληλογραφία
вин.
την αλληλογραφία
род.
της αλληλογραφίας
зват.
αλληλογραφία
Мн. ч.
им.
οι αλληλογραφίες
вин.
τις αλληλογραφίες
род.
των αλληλογραφιών
зват.
αλληλογραφίες
Примеры
Η αλληλογραφία τους διήρκεσε είκοσι χρόνια.
Их переписка длилась двадцать лет. · Their correspondence lasted twenty years.
Διατήρησα την αλληλογραφία με τον παππού μου.
Я сохранил переписку со своим дедушкой. · I kept the correspondence with my grandfather.
Πολλές αλληλογραφίες από το 19ο αιώνα βρίσκονται στο αρχείο.
Множество писем из XIX века хранится в архиве. · Many letters from the 19th century are kept in the archive.
Ξεκίνησαν αλληλογραφία αφού γνωρίστηκαν στις διακοπές.
Они начали переписываться после встречи во время каникул. · They started corresponding after meeting during the holidays.