Греческий словарь
с грамматикой

αλληλεπιδρώ

[aliˈlepiðˈro]глаголB2

Значения

1
взаимодействовать, влиять друг на друга
to interact, to act upon each other · τα δύο συστήματα αλληλεπιδρούν — две системы взаимодействуют

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αλληλεπιδρώ
εσύ
αλληλεπιδράς
αυτός
αλληλεπιδρά
εμείς
αλληλεπιδράμε
εσείς
αλληλεπιδράτε
αυτοί
αλληλεπιδρούν
Аорист
εγώ
αλληλεπίδρασα
εσύ
αλληλεπίδρασες
αυτός
αλληλεπίδρασε
εμείς
αλληλεπιδράσαμε
εσείς
αλληλεπιδράσατε
αυτοί
αλληλεπίδρασαν
Будущее
εγώ
θα αλληλεπιδράσω
εσύ
θα αλληλεπιδράσεις
αυτός
θα αλληλεπιδράσει
εμείς
θα αλληλεπιδράσουμε
εσείς
θα αλληλεπιδράσετε
αυτοί
θα αλληλεπιδράσουν

Примеры

Τα χημικά στοιχεία αλληλεπιδρούν στο πείραμα.
Химические элементы взаимодействуют в эксперименте. · The chemical elements interact in the experiment.
Πώς αλληλεπιδρούν οι διαφορετικές κουλτούρες;
Как взаимодействуют различные культуры? · How do different cultures interact?
Τα δύο πεδία αλληλεπίδρασαν δημιουργώντας νέα φαινόμενα.
Два поля взаимодействовали, создавая новые явления. · The two fields interacted, creating new phenomena.
Θα αλληλεπιδράσουν θετικά αν έχουν κοινά ενδιαφέροντα.
Они будут хорошо взаимодействовать, если будут иметь общие интересы. · They will interact positively if they have shared interests.