αλληλεπίδραση
[alilepíðrasi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
взаимодействие, взаимное влияние
interaction, mutual influence · η αλληλεπίδραση μεταξύ των ατόμων — взаимодействие между людьми
2
взаимодействие (в физике, химии)
interaction (in physics, chemistry) · αλληλεπίδραση δυνάμεων — взаимодействие сил
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αλληλεπίδραση
вин.
την αλληλεπίδραση
род.
της αλληλεπίδρασης
зват.
αλληλεπίδραση
Мн. ч.
им.
οι αλληλεπιδράσεις
вин.
τις αλληλεπιδράσεις
род.
των αλληλεπιδράσεων
зват.
αλληλεπιδράσεις
Примеры
Η αλληλεπίδραση των χημικών ουσιών είναι σύνθετη.
Взаимодействие химических веществ сложное. · The interaction of chemical substances is complex.
Μελετούν τις αλληλεπιδράσεις στο κβαντικό επίπεδο.
Они изучают взаимодействия на квантовом уровне. · They study interactions at the quantum level.
Η κοινωνική αλληλεπίδραση διαμορφώνει την ανθρώπινη συμπεριφορά.
Социальное взаимодействие формирует человеческое поведение. · Social interaction shapes human behaviour.