αλληλεγγύη
[aliˈleŋɡi]существительноеη · женский родC1
Значения
1
солидарность, взаимная поддержка
solidarity, mutual support · η αλληλεγγύη των εργατών — солидарность рабочих
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αλληλεγγύη
вин.
την αλληλεγγύη
род.
της αλληλεγγύης
зват.
αλληλεγγύη
Мн. ч.
им.
οι αλληλεγγύες
вин.
τις αλληλεγγύες
род.
των αλληλεγγυών
зват.
αλληλεγγύες
Примеры
Η αλληλεγγύη είναι θεμέλιο της κοινωνίας.
Солидарность — основа общества. · Solidarity is the foundation of society.
Δείξαμε αλληλεγγύη προς τους πλημμυροπληγείς.
Мы выразили солидарность с пострадавшими от наводнения. · We showed solidarity with those affected by the flood.
Οι κινήσεις αλληλεγγύης ενισχύθηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης.
Движения солидарности укрепились во время кризиса. · Solidarity movements strengthened during the crisis.