Греческий словарь
с грамматикой

αλεξίπτωτο

[alekˈsiptoto]существительноеτο · средний родB1

Значения

1
парашют
parachute · άλμα με αλεξίπτωτο — прыжок с парашютом

Грамматика

Ед. ч.
им.
το αλεξίπτωτο
вин.
το αλεξίπτωτο
род.
του αλεξιπτώτου
зват.
αλεξίπτωτο
Мн. ч.
им.
τα αλεξίπτωτα
вин.
τα αλεξίπτωτα
род.
των αλεξιπτώτων
зват.
αλεξίπτωτα

Примеры

Ο αλεξιπτωτιστής άνοιξε το αλεξίπτωτό του.
Парашютист раскрыл свой парашют. · The skydiver opened his parachute.
Τα αλεξίπτωτα ήταν έτοιμα για την αποστολή.
Парашюты были готовы к миссии. · The parachutes were ready for the mission.
Έπεσε με το αλεξίπτωτο ανοιχτό.
Он падал с открытым парашютом. · He descended with the parachute open.