αλγόριθμος
[alˈɣoriðmos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
алгоритм (последовательность действий для решения задачи)
algorithm (step-by-step procedure for solving a problem) · ο αλγόριθμος της αναζήτησης — алгоритм поиска
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αλγόριθμος
вин.
τον αλγόριθμο
род.
του αλγορίθμου
зват.
αλγόριθμε
Мн. ч.
им.
οι αλγόριθμοι
вин.
τους αλγορίθμους
род.
των αλγορίθμων
зват.
αλγόριθμοι
Примеры
Ο αλγόριθμος αυτός είναι πολύ αποδοτικός.
Этот алгоритм очень эффективен. · This algorithm is very efficient.
Χρησιμοποιούμε τον αλγόριθμο για να λύσουμε το πρόβλημα.
Мы используем алгоритм для решения задачи. · We use the algorithm to solve the problem.
Οι αλγόριθμοι μηχανικής μάθησης είναι πολύπλοκοι.
Алгоритмы машинного обучения сложные. · Machine learning algorithms are complex.