αλαλάζω
[alaˈlazo]глаголгруппа А (безударное -ω)C1
Значения
1
издавать пронзительный крик, вопль; выть
to utter a shrill cry or wail; to howl · αλαλάζω από φόβο — кричу от страха
2
издавать боевой клич, кричать в боевом возбуждении
to raise a war cry; to shout in battle fervour · οι πολεμιστές αλαλάζουν — воины издают боевой клич
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αλαλάζω
εσύ
αλαλάζεις
αυτός
αλαλάζει
εμείς
αλαλάζουμε
εσείς
αλαλάζετε
αυτοί
αλαλάζουν
Аорист
εγώ
αλάλαξα
εσύ
αλάλαξες
αυτός
αλάλαξε
εμείς
αλαλάξαμε
εσείς
αλαλάξατε
αυτοί
αλάλαξαν
Будущее
εγώ
θα αλαλάξω
εσύ
θα αλαλάξεις
αυτός
θα αλαλάξει
εμείς
θα αλαλάξουμε
εσείς
θα αλαλάξετε
αυτοί
θα αλαλάξουν
Примеры
Οι γυναίκες αλάλαξαν ακούγοντας την κακή είδηση.
Женщины издали пронзительный крик, услышав плохую новость. · The women let out a piercing cry upon hearing the bad news.
Οι αρχαίοι πολεμιστές αλάλαζαν πριν την επίθεση.
Древние воины издавали боевой клич перед атакой. · The ancient warriors cried out before the attack.
Θα αλαλάξει η θύελλα του λαού στο δρόμο.
Народная буря взойдёт криком на улице. · The storm of the people will rise with cries in the street.