Греческий словарь
с грамматикой

ακτινογραφία

[aktinoɣraˈfi.a]существительноеη · женский родB1

Значения

1
рентгеновский снимок, рентгенограмма
X-ray, radiograph · ακτινογραφία του θώρακα — рентгеновский снимок грудной клетки
2
рентгенография (процесс создания снимков)
radiography (the process or technique) · η ακτινογραφία είναι χρήσιμη για διάγνωση — рентгенография полезна для диагностики

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ακτινογραφία
вин.
την ακτινογραφία
род.
της ακτινογραφίας
зват.
ακτινογραφία
Мн. ч.
им.
οι ακτινογραφίες
вин.
τις ακτινογραφίες
род.
των ακτινογραφιών
зват.
ακτινογραφίες

Примеры

Το νοσοκομείο έκανε ακτινογραφία του ποδιού μου.
Больница сделала мне рентгеновский снимок ноги. · The hospital took an X-ray of my foot.
Ο γιατρός ζήτησε τις ακτινογραφίες από τον ασθενή.
Врач попросил у пациента рентгеновские снимки. · The doctor requested the X-rays from the patient.
Η ακτινογραφία έδειξε καμία παθολογία.
Рентгенограмма не выявила никаких отклонений. · The X-ray showed no abnormalities.