Греческий словарь
с грамматикой

ακτινοβολώ

[aktinovoˈlo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B2

Значения

1
излучать, испускать радиацию
to radiate, to emit radiation · ο πυρήνας ακτινοβολεί — ядро излучает
2
сиять, светиться, излучать (свет, энергию)
to shine, to beam forth, to radiate (light, energy) · ο ήλιος ακτινοβολεί — солнце светит

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ακτινοβολώ
εσύ
ακτινοβολείς
αυτός
ακτινοβολεί
εμείς
ακτινοβολούμε
εσείς
ακτινοβολείτε
αυτοί
ακτινοβολούν
Аорист
εγώ
ακτινοβόλησα
εσύ
ακτινοβόλησες
αυτός
ακτινοβόλησε
εμείς
ακτινοβολήσαμε
εσείς
ακτινοβολήσατε
αυτοί
ακτινοβόλησαν
Будущее
εγώ
θα ακτινοβολήσω
εσύ
θα ακτινοβολήσεις
αυτός
θα ακτινοβολήσει
εμείς
θα ακτινοβολήσουμε
εσείς
θα ακτινοβολήσετε
αυτοί
θα ακτινοβολήσουν

Примеры

Τα ραδιενεργά στοιχεία ακτινοβολούν συνεχώς.
Радиоактивные элементы постоянно излучают радиацию. · Radioactive elements constantly radiate.
Ο πυρήνας του ατόμου ακτινοβολεί ενέργεια.
Ядро атома излучает энергию. · The atom's nucleus radiates energy.
Το αστέρι ακτινοβόλησε έντονο φως στο σκοτάδι.
Звезда излучала яркий свет в темноте. · The star beamed bright light into the darkness.