Греческий словарь
с грамматикой

ακτινοβολία

[aktinovoˈlia]существительноеη · женский родB2

Значения

1
излучение, радиация
radiation, radiant energy · ηλιακή ακτινοβολία — солнечное излучение
2
испускание лучей света или тепла
emission of rays of light or heat · ακτινοβολία θερμότητας — излучение тепла

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ακτινοβολία
вин.
την ακτινοβολία
род.
της ακτινοβολίας
зват.
ακτινοβολία
Мн. ч.
им.
οι ακτινοβολίες
вин.
τις ακτινοβολίες
род.
των ακτινοβολιών
зват.
ακτινοβολίες

Примеры

Η ακτινοβολία του ήλιου είναι απαραίτητη για τη ζωή.
Солнечное излучение необходимо для жизни. · Solar radiation is essential for life.
Η υπεριώδης ακτινοβολία μπορεί να προκαλέσει ζημιά στο δέρμα.
Ультрафиолетовое излучение может повредить кожу. · Ultraviolet radiation can damage skin.
Προστατευόμαστε από την επικίνδυνη ακτινοβολία με το όζον.
Озоновый слой защищает нас от опасного излучения. · The ozone layer protects us from dangerous radiation.
Η ακτινοβολία εκπέμπεται από όλα τα θερμά σώματα.
Излучение испускается всеми горячими телами. · Radiation is emitted by all hot bodies.