ακτιβιστής
[aktivˈistis]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
активист, борец за какое-либо дело
activist, campaigner for a cause · ακτιβιστής για τα δικαιώματα — активист за права
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο ακτιβιστής
вин.
τον ακτιβιστή
род.
του ακτιβιστή
зват.
ακτιβιστή
Мн. ч.
им.
οι ακτιβιστές
вин.
τους ακτιβιστές
род.
των ακτιβιστών
зват.
ακτιβιστές
Примеры
Ο ακτιβιστής διαμαρτυρήθηκε για το περιβάλλον.
Активист протестовал в защиту окружающей среды. · The activist protested in defense of the environment.
Οι ακτιβιστές οργάνωσαν μια συγκέντρωση.
Активисты организовали митинг. · The activists organized a rally.
Είναι αγνωστος ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Он известный активист по правам человека. · He is a well-known human rights activist.