ακτιβίστρια
[aktivˈistria]существительноеη · женский родB1
Значения
1
активистка, женщина-активист
female activist, woman activist · γυναίκα που αγωνίζεται για κάτι — женщина, которая борется за что-то
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ακτιβίστρια
вин.
την ακτιβίστρια
род.
της ακτιβίστριας
зват.
ακτιβίστρια
Мн. ч.
им.
οι ακτιβίστριες
вин.
τις ακτιβίστριες
род.
των ακτιβιστριών
зват.
ακτιβίστριες
Примеры
Η ακτιβίστρια υπερασπίζεται τα δικαιώματα των γυναικών.
Активистка защищает права женщин. · The activist defends women's rights.
Συνάντησα την περίφημη ακτιβίστρια στη συγκέντρωση.
Я встретила известную активистку на демонстрации. · I met the famous activist at the rally.
Οι ακτιβίστριες ζητούν αλλαγές στο νόμο.
Активистки требуют изменений в законе. · The activists are calling for changes to the law.