ακτή
[akˈti]существительноеη · женский родA2
Значения
1
берег, побережье (морской)
shore, coastline · η ακτή της θάλασσας — берег моря
2
пляж
beach · παμε στην ακτή — пойдём на пляж
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ακτή
вин.
την ακτή
род.
της ακτής
зват.
ακτή
Мн. ч.
им.
οι ακτές
вин.
τις ακτές
род.
των ακτών
зват.
ακτές
Примеры
Η ακτή της Κρήτης είναι πολύ όμορφη.
Побережье Крита очень красивое. · The coast of Crete is very beautiful.
Πάμε στις ακτές για κολύμπι το καλοκαίρι.
Летом мы ходим на пляжи плавать. · We go to the beaches to swim in summer.
Την ακτή την προστατεύουν από τη ρύπανση.
Берег защищают от загрязнения. · They protect the shore from pollution.