ακρωτήριο
[akroˈtirio]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
мыс (географический)
cape, headland · ακρωτήριο στη θάλασσα — мыс в море
2
конечность, протез конечности
extremity, limb; artificial limb · ακρωτήριο του σώματος — конечность тела
Грамматика
Ед. ч.
им.
το ακρωτήριο
вин.
το ακρωτήριο
род.
του ακρωτηρίου
зват.
ακρωτήριο
Мн. ч.
им.
τα ακρωτήρια
вин.
τα ακρωτήρια
род.
των ακρωτηρίων
зват.
ακρωτήρια
Примеры
Το ακρωτήριο Σουνίου είναι πολύ όμορφο.
Мыс Сунион очень красив. · Cape Sounion is very beautiful.
Περάσαμε δίπλα από το ακρωτήριο με το πλοίο.
Мы прошли мимо мыса на корабле. · We sailed past the cape.
Ο ασθενής έχασε το ακρωτήριο του χεριού.
Пациент потерял конечность руки. · The patient lost his arm.