Греческий словарь
с грамматикой

ακούω

[aˈkuːo]глаголA1

Значения

1
слышать, слушать
to hear, to listen · ακούω τη μουσική — слышу музыку
2
получать информацию, узнавать
to learn (of), to hear (about) · άκουσα τα νέα — узнал новости

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ακούω
εσύ
ακούς
αυτός
ακούει
εμείς
ακούμε
εσείς
ακούτε
αυτοί
ακούνε
Аорист
εγώ
άκουσα
εσύ
άκουσες
αυτός
άκουσε
εμείς
ακούσαμε
εσείς
ακούσατε
αυτοί
άκουσαν
Будущее
εγώ
θα ακούσω
εσύ
θα ακούσεις
αυτός
θα ακούσει
εμείς
θα ακούσουμε
εσείς
θα ακούσετε
αυτοί
θα ακούσουν

Примеры

Ακούω μουσική κάθε πρωί.
Я слушаю музыку каждое утро. · I listen to music every morning.
Άκουσες τι είπε ο Γιάννης;
Ты слышал, что сказал Яннис? · Did you hear what Yannis said?
Δεν ακούω καλά χωρίς τα γυαλιά μου.
Я плохо слышу без моих очков. · I don't hear well without my glasses.
Θα ακούσουν τα αποτελέσματα αύριο.
Они узнают результаты завтра. · They will hear the results tomorrow.