Греческий словарь
с грамматикой

ακούγομαι

[aˈkuɣome]глаголA1

Значения

1
слышать, слушать (пассивный залог)
to be heard, to sound · Η μουσική ακούγεται — Музыка слышна
2
считаться, пользоваться репутацией
to be considered, to have a reputation · Αυτός ακούγεται καλός δάσκαλος — Его считают хорошим учителем

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ακούγομαι
εσύ
ακούγεσαι
αυτός
ακούγεται
εμείς
ακουγόμαστε
εσείς
ακούγεστε
αυτοί
ακούγονται
Аорист
εγώ
ακούστηκα
εσύ
ακούστηκες
αυτός
ακούστηκε
εμείς
ακούστηκαν
εσείς
ακούστηκαν
αυτοί
ακούστηκαν
Будущее
εγώ
θα ακούγομαι
εσύ
θα ακούγεσαι
αυτός
θα ακούγεται
εμείς
θα ακουγόμαστε
εσείς
θα ακούγεστε
αυτοί
θα ακούγονται

Примеры

Η φωνή σου ακούγεται πολύ καλά.
Твой голос слышен очень хорошо. · Your voice sounds very clear.
Αυτό το όνομα ακούγεται περίεργο.
Это имя звучит странно. · That name sounds odd.
Ακούστηκαν παράξενα θόρυβα τη νύχτα.
Ночью слышны были странные звуки. · Strange noises were heard at night.
Θα ακούγεσαι καλύτερα αν πλησιάσεις.
Ты будешь слышен лучше, если подойдёшь ближе. · You'll be heard better if you come closer.