Греческий словарь
с грамматикой

ακουμπώ

[aˈkumˈbo]глаголA1

Значения

1
опираться, прислоняться
to lean (against), to rest (on) · ακουμπώ στον τοίχο — опираюсь на стену
2
касаться, трогать
to touch · ακουμπώ το τραπέζι — касаюсь стола
3
ставить, класть (осторожно)
to place, to put (gently) · ακουμπώ το ποτήρι — аккуратно ставлю стакан

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ακουμπώ
εσύ
ακουμπάς
αυτός
ακουμπά
εμείς
ακουμπάμε
εσείς
ακουμπάτε
αυτοί
ακουμπάνε
Аорист
εγώ
ακούμπησα
εσύ
ακούμπησες
αυτός
ακούμπησε
εμείς
ακουμπήσαμε
εσείς
ακουμπήσατε
αυτοί
ακούμπησαν
Будущее
εγώ
θα ακουμπήσω
εσύ
θα ακουμπήσεις
αυτός
θα ακουμπήσει
εμείς
θα ακουμπήσουμε
εσείς
θα ακουμπήσετε
αυτοί
θα ακουμπήσουν

Примеры

Ακούμπησε το κεφάλι της στον τοίχο.
Она прислонила голову к стене. · She leaned her head against the wall.
Μην ακουμπάς τα έπιπλα με βρώμικα χέρια.
Не касайся мебели грязными руками. · Don't touch the furniture with dirty hands.
Ακούμπα το ποτήρι αργά στο τραπέζι.
Аккуратно поставь стакан на стол. · Put the glass down gently on the table.
Όταν ακουμπάμε το χρώμα, πρέπει να είναι στεγνό.
Когда мы касаемся краски, она должна быть сухой. · When we touch the paint, it must be dry.