Греческий словарь
с грамматикой

ακουμπάω

[akumˈba.o]глаголA1

Значения

1
прикасаться, касаться (о чём-либо)
to touch, to make contact with · ακουμπάω τον τοίχο — я касаюсь стены
2
прислонять, прислонить (что-либо к чему-либо)
to lean, to prop (something against something) · ακουμπάω τη σκάλα στον τοίχο — я прислоняю лестницу к стене

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ακουμπάω
εσύ
ακουμπάς
αυτός
ακουμπάει
εμείς
ακουμπάμε
εσείς
ακουμπάτε
αυτοί
ακουμπάνε
Аорист
εγώ
ακούμπησα
εσύ
ακούμπησες
αυτός
ακούμπησε
εμείς
ακουμπήσαμε
εσείς
ακουμπήσατε
αυτοί
ακούμπησαν
Будущее
εγώ
θα ακουμπήσω
εσύ
θα ακουμπήσεις
αυτός
θα ακουμπήσει
εμείς
θα ακουμπήσουμε
εσείς
θα ακουμπήσετε
αυτοί
θα ακουμπήσουν

Примеры

Μην ακουμπάς την καυτή πανέλα.
Не касайся горячей панели. · Don't touch the hot panel.
Ακούμπησα το κεφάλι μου στο μαξιλάρι.
Я прислонил голову к подушке. · I rested my head on the pillow.
Θα ακουμπήσουμε τη σκάλα εδώ.
Мы прислоним лестницу сюда. · We'll lean the ladder here.
Ακουμπάτε τα δάχτυλα στην οθόνη αργά.
Касайтесь экрана пальцами медленно. · Touch the screen with your fingers slowly.