Греческий словарь
с грамматикой

ακολουθώ

[akoluˈθo]глаголA1

Значения

1
следовать, идти за кем-то
to follow, to go after someone · ακολουθώ τον φίλο μου — я следую за своим другом
2
следовать (чему-то абстрактному: совету, правилу, логике)
to follow, to adhere to (advice, rules, logic) · ακολουθώ τις οδηγίες — я следую инструкциям
3
происходить в результате, следовать из
to result from, to follow from · από αυτό ακολουθεί ότι... — из этого следует, что...

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ακολουθώ
εσύ
ακολουθείς
αυτός
ακολουθεί
εμείς
ακολουθούμε
εσείς
ακολουθείτε
αυτοί
ακολουθούν
Аорист
εγώ
ακολούθησα
εσύ
ακολούθησες
αυτός
ακολούθησε
εμείς
ακολουθήσαμε
εσείς
ακολουθήσατε
αυτοί
ακολούθησαν
Будущее
εγώ
θα ακολουθήσω
εσύ
θα ακολουθήσεις
αυτός
θα ακολουθήσει
εμείς
θα ακολουθήσουμε
εσείς
θα ακολουθήσετε
αυτοί
θα ακολουθήσουν

Примеры

Ακολουθήστε με στο δρόμο.
Следуйте за мной по дороге. · Follow me down the road.
Οι μαθητές ακολουθούν τις οδηγίες του δασκάλου.
Ученики следуют указаниям учителя. · The students follow the teacher's instructions.
Αν ακολουθήσεις αυτό το σχέδιο, θα πετύχεις.
Если ты будешь придерживаться этого плана, ты добьёшься успеха. · If you stick to this plan, you will succeed.
Από τα γεγονότα αυτά ακολουθούν σημαντικές συνέπειες.
Из этих событий вытекают важные последствия. · Important consequences follow from these events.