Греческий словарь
с грамматикой

ακολουθούμενος

[akoluˈθumenos]прилагательноеB2

Значения

1
сопровождаемый, идущий вслед
followed, accompanied · ο ακολουθούμενος σκοπός — преследуемая цель
2
вытекающий, следующий логически
ensuing, consequent · τα ακολουθούμενα προβλήματα — вытекающие проблемы

Грамматика

мужской род
им.
ακολουθούμενος
вин.
ακολουθούμενο
род.
ακολουθούμενου
зват.
ακολουθούμενε
женский род
им.
ακολουθούμενη
вин.
ακολουθούμενη
род.
ακολουθούμενης
зват.
ακολουθούμενη
средний род
им.
ακολουθούμενο
вин.
ακολουθούμενο
род.
ακολουθούμενου
зват.
ακολουθούμενο

Примеры

Ο ακολουθούμενος αγώνας ήταν πολύ δύσκολος.
Последовавший конкурс был очень сложным. · The ensuing competition was very difficult.
Οι ακολουθούμενες συνέπειες ήταν αναπάντεχες.
Вытекающие последствия были неожиданными. · The resulting consequences were unexpected.
Αυτή η μέθοδος έχει ακολουθούμενα πλεονεκτήματα.
Этот метод имеет сопутствующие преимущества. · This method has accompanying advantages.