Греческий словарь
с грамматикой

ακολουθάω

[akoluˈθao]глаголA2

Значения

1
следовать, идти за кем-либо
to follow, to go after someone · ακολουθώ τον φίλο μου — я следую за моим другом
2
соответствовать, придерживаться (правила, совета)
to follow, to comply with (a rule, advice) · ακολουθώ τις οδηγίες — я следую инструкциям
3
вытекать, следовать логически
to follow, to ensue logically · από αυτό ακολουθεί ότι... — из этого следует, что...

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ακολουθώ
εσύ
ακολουθάς
αυτός
ακολουθάει
εμείς
ακολουθούμε
εσείς
ακολουθάτε
αυτοί
ακολουθούν
Аорист
εγώ
ακολούθησα
εσύ
ακολούθησες
αυτός
ακολούθησε
εμείς
ακολουθήσαμε
εσείς
ακολουθήσατε
αυτοί
ακολούθησαν
Будущее
εγώ
θα ακολουθήσω
εσύ
θα ακολουθήσεις
αυτός
θα ακολουθήσει
εμείς
θα ακολουθήσουμε
εσείς
θα ακολουθήσετε
αυτοί
θα ακολουθήσουν

Примеры

Ο σκύλος ακολουθάει τον ιδιοκτήτη του παντού.
Собака следует за своим хозяином везде. · The dog follows its owner everywhere.
Πρέπει να ακολουθήσουμε τις νέες οδηγίες.
Мы должны придерживаться новых инструкций. · We must follow the new guidelines.
Ακολουθώ ένα πρόγραμμα άσκησης τρεις φορές την εβδομάδα.
Я следую программе тренировок три раза в неделю. · I follow an exercise program three times a week.
Από τα στοιχεία ακολουθεί ότι η πώλησης αυξήθηκε.
Из данных следует, что продажи увеличились. · From the data it follows that sales increased.