Греческий словарь
с грамматикой

ακμάζω

[akˈmazo]глаголB1

Значения

1
быть в расцвете, находиться на вершине развития
to be in one's prime, to flourish, to be at one's peak · η καριέρα του ακμάζει — его карьера в расцвете
2
достигать наивысшего развития (о чём-л.)
to reach peak development, to be in full bloom · το λουλούδι ακμάζει — цветок расцветает

Грамматика

Настоящее время
εγώ
ακμάζω
εσύ
ακμάζεις
αυτός
ακμάζει
εμείς
ακμάζουμε
εσείς
ακμάζετε
αυτοί
ακμάζουν
Аорист
εγώ
άκμασα
εσύ
άκμασες
αυτός
άκμασε
εμείς
ακμάσαμε
εσείς
ακμάσατε
αυτοί
άκμασαν
Будущее
εγώ
θα ακμάσω
εσύ
θα ακμάσεις
αυτός
θα ακμάσει
εμείς
θα ακμάσουμε
εσείς
θα ακμάσετε
αυτοί
θα ακμάσουν

Примеры

Η τέχνη ακμάζει σε αυτή την περίοδο.
Искусство расцветает в этот период. · Art is flourishing in this period.
Ο ποιητής άκμασε κατά τον δέκατο ένατο αιώνα.
Поэт был в расцвете в девятнадцатом веке. · The poet was in his prime in the nineteenth century.
Τα λουλούδια ακμάζουν κάθε άνοιξη.
Цветы расцветают каждую весну. · The flowers bloom every spring.
Η οικονομία θα ακμάσει με τις σωστές πολιτικές.
Экономика будет процветать при правильной политике. · The economy will prosper with the right policies.