Греческий словарь
с грамматикой

ακεραιότητα

[aceraˈiotita]существительноеη · женский родB2

Значения

1
целостность, неразрывность
integrity, wholeness · η ακεραιότητα του σώματος — целостность тела
2
честность, порядочность
integrity, honesty, probity · άνθρωπος με ακεραιότητα — человек с честностью
3
неприкосновенность (территории, границ)
inviolability, inviolate nature · η ακεραιότητα των συνόρων — неприкосновенность границ

Грамматика

Ед. ч.
им.
η ακεραιότητα
вин.
την ακεραιότητα
род.
της ακεραιότητας
зват.
ακεραιότητα
Мн. ч.
им.
οι ακεραιότητες
вин.
τις ακεραιότητες
род.
των ακεραιοτήτων
зват.
ακεραιότητες

Примеры

Η ακεραιότητα του εδάφους είναι σημαντική για τη χώρα.
Целостность территории важна для страны. · The integrity of the territory is important for the country.
Αυτός ο πολιτικός δεν έχει καμία ακεραιότητα.
У этого политика нет никакой честности. · This politician has no integrity whatsoever.
Σέβομαι την ακεραιότητα των νόμων του κράτους.
Я уважаю неприкосновенность законов государства. · I respect the inviolability of the state's laws.
Χωρίς ακεραιότητα δεν υπάρχει εμπιστοσύνη.
Без честности не бывает доверия. · Without integrity there is no trust.