ακαταστασία
[akatastaˈsia]существительноеη · женский родB2
Значения
1
беспорядок, хаос, неустройство
disorder, chaos, confusion · μεγάλη ακαταστασία στο σπίτι — большой беспорядок в доме
2
политическая нестабильность, смута
political turmoil, instability · ακαταστασία στη χώρα — смута в стране
Грамматика
Ед. ч.
им.
η ακαταστασία
вин.
την ακαταστασία
род.
της ακαταστασίας
зват.
ακαταστασία
Мн. ч.
им.
οι ακαταστασίες
вин.
τις ακαταστασίες
род.
των ακαταστασιών
зват.
ακαταστασίες
Примеры
Η ακαταστασία στο γραφείο με εμποδίζει να δουλέψω.
Беспорядок в офисе мешает мне работать. · The disorder in the office prevents me from working.
Μετά τις εκλογές επικρατούσε ακαταστασία σε ολόκληρη την πολιτεία.
После выборов в стране царила политическая смута. · After the elections, political turmoil reigned throughout the country.
Οι ακαταστασίες στο διοικητικό σύστημα δημιούργησαν προβλήματα.
Беспорядки в административной системе создали проблемы. · The chaos in the administrative system created problems.