ακίνητος
[aˈkinitos]прилагательноеB1
Значения
1
неподвижный, недвижущийся
motionless, stationary, immobile · ακίνητο αυτοκίνητο — припаркованный автомобиль
2
недвижимый (о имуществе)
real, immovable (property) · ακίνητη περιουσία — недвижимое имущество
Грамматика
мужской род
им.
ακίνητος
вин.
ακίνητο
род.
ακίνητου
зват.
ακίνητε
женский род
им.
ακίνητη
вин.
ακίνητη
род.
ακίνητης
зват.
ακίνητη
средний род
им.
ακίνητο
вин.
ακίνητο
род.
ακίνητου
зват.
ακίνητο
Примеры
Το ακίνητο περιουσία αυξάνει σε αξία.
Недвижимое имущество растёт в цене. · Real estate increases in value.
Στάθηκε ακίνητος και κοίταξε το τοπίο.
Он встал неподвижно и смотрел на пейзаж. · He stood motionless and gazed at the landscape.
Η ακίνητη αγορά είναι σημαντική για την οικονομία.
Рынок недвижимости важен для экономики. · The real estate market is crucial for the economy.