Греческий словарь
с грамматикой

αιωρούμαι

[eˈoruˈme]глаголB1

Значения

1
качаться, колебаться (на качелях, в воздухе)
to swing, to sway (on a swing, in the air) · το παιδί αιωρείται στην κούνια — ребёнок качается на качелях
2
зависать, оставаться в неопределённости
to hover, to remain in suspense or uncertainty · η απόφαση αιωρείται — решение остаётся в воздухе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αιωρούμαι
εσύ
αιωρείσαι
αυτός
αιωρείται
εμείς
αιωρούμαστε
εσείς
αιωρείστε
αυτοί
αιωρούνται
Аорист
εγώ
αιωρήθηκα
εσύ
αιωρήθηκες
αυτός
αιωρήθηκε
εμείς
αιωρηθήκαμε
εσείς
αιωρηθήκατε
αυτοί
αιωρήθηκαν
Будущее
εγώ
θα αιωρούμαι
εσύ
θα αιωρείσαι
αυτός
θα αιωρείται
εμείς
θα αιωρούμαστε
εσείς
θα αιωρείστε
αυτοί
θα αιωρούνται

Примеры

Τα παιδιά αιωρούνται χαρούμενα στον κήπο.
Дети весело качаются в саду. · The children swing happily in the garden.
Το φύλλο αιωρείται στον αέρα πριν πέσει.
Листок колеблется в воздухе перед падением. · The leaf sways in the air before falling.
Η τύχη του έργου αιωρείται ακόμη.
Судьба проекта всё ещё в неопределённости. · The fate of the project still hangs in the balance.
Χθες αιωρήθηκα στις κούνιες για ώρες.
Вчера я качался на качелях часами. · Yesterday I swung on the swings for hours.