Греческий словарь
с грамматикой

αιχμαλωτίζω

[exmaloˈtizo]глаголC1

Значения

1
брать в плен, захватывать в плен
to capture, to take prisoner · αιχμαλωτίζω έναν εχθρό — брать врага в плен
2
очаровывать, пленять, привлекать внимание
to captivate, to charm, to hold captive (figuratively) · αιχμαλωτίζει το κοινό — пленяет публику

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αιχμαλωτίζω
εσύ
αιχμαλωτίζεις
αυτός
αιχμαλωτίζει
εμείς
αιχμαλωτίζουμε
εσείς
αιχμαλωτίζετε
αυτοί
αιχμαλωτίζουν
Аорист
εγώ
αιχμαλώτισα
εσύ
αιχμαλώτισες
αυτός
αιχμαλώτισε
εμείς
αιχμαλωτίσαμε
εσείς
αιχμαλωτίσατε
αυτοί
αιχμαλώτισαν
Будущее
εγώ
θα αιχμαλωτίσω
εσύ
θα αιχμαλωτίσεις
αυτός
θα αιχμαλωτίσει
εμείς
θα αιχμαλωτίσουμε
εσείς
θα αιχμαλωτίσετε
αυτοί
θα αιχμαλωτίσουν

Примеры

Ο στρατός αιχμαλώτισε χιλιάδες εχθρούς.
Армия захватила в плен тысячи врагов. · The army captured thousands of enemies.
Η ταινία αιχμαλωτίζει το κοινό από την πρώτη σκηνή.
Фильм пленяет зрителей с первой сцены. · The film captivates the audience from the first scene.
Θα αιχμαλωτίσουμε όλους τους αντιστασιακούς.
Мы захватим всех повстанцев в плен. · We will take all the rebels prisoner.
Ήταν αιχμαλωτισμένοι από το χάος της εποχής.
Они были пленены хаосом того времени. · They were captivated by the chaos of the era.