αιτώ
[eˈto]глаголгруппа Б1 (-άω/-ώ)B1
Значения
1
требовать, просить
to demand, to request · αιτώ δικαιοσύνη — требую справедливость
2
подавать заявление, претендовать
to apply for, to claim · αιτώ άδεια — подаю заявление на отпуск
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αιτώ
εσύ
αιτάς
αυτός
αιτά
εμείς
αιτούμε
εσείς
αιτάτε
αυτοί
αιτούν
Аорист
εγώ
αίτησα
εσύ
αίτησες
αυτός
αίτησε
εμείς
αιτήσαμε
εσείς
αιτήσατε
αυτοί
αίτησαν
Будущее
εγώ
θα αιτήσω
εσύ
θα αιτήσεις
αυτός
θα αιτήσει
εμείς
θα αιτήσουμε
εσείς
θα αιτήσετε
αυτοί
θα αιτήσουν
Примеры
Αιτώ το δικαίωμα να μιλήσω.
Требую право высказаться. · I demand the right to speak.
Αίτησαν άδεια για τις διακοπές.
Они подали заявление на отпуск. · They applied for leave.
Θα αιτήσουν ένα νέο διαβατήριο.
Они подадут заявление на новый паспорт. · They will apply for a new passport.
Αιτούνται δημόσια υποστήριξη.
Они ищут государственную поддержку. · They are seeking public support.