Греческий словарь
с грамматикой

αιτιολογώ

[etjoloˈɣo]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)C1

Значения

1
объяснять причины, обосновывать
to justify, to give reasons for, to account for · αιτιολογώ την απόφασή μου — объясняю причины своего решения
2
приводить в качестве причины, ссылаться на
to cite as a reason, to attribute to · αιτιολογεί την καθυστέρηση με την ασθένεια — объясняет задержку болезнью

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αιτιολογώ
εσύ
αιτιολογείς
αυτός
αιτιολογεί
εμείς
αιτιολογούμε
εσείς
αιτιολογείτε
αυτοί
αιτιολογούν
Аорист
εγώ
αιτιολόγησα
εσύ
αιτιολόγησες
αυτός
αιτιολόγησε
εμείς
αιτιολογήσαμε
εσείς
αιτιολογήσατε
αυτοί
αιτιολόγησαν
Будущее
εγώ
θα αιτιολογήσω
εσύ
θα αιτιολογήσεις
αυτός
θα αιτιολογήσει
εμείς
θα αιτιολογήσουμε
εσείς
θα αιτιολογήσετε
αυτοί
θα αιτιολογήσουν

Примеры

Πρέπει να αιτιολογήσεις γιατί απουσίασες.
Ты должен объяснить, почему отсутствовал. · You need to explain why you were absent.
Η διοίκηση αιτιολόγησε τις περικοπές με την κρίση.
Администрация обосновала сокращения кризисом. · The administration justified the cuts by citing the crisis.
Αιτιολογώ την άρνησή μου με ηθικούς λόγους.
Я объясняю мой отказ нравственными соображениями. · I account for my refusal on moral grounds.