Греческий словарь
с грамматикой

αιτία

[eˈti.a]существительноеη · женский родB1

Значения

1
причина, основание
cause, reason · η αιτία του προβλήματος — причина проблемы
2
вина, ответственность
fault, blame · είναι δική σου αιτία — это твоя вина
3
иск, судебное разбирательство
lawsuit, legal case · δικαστική αιτία — судебное дело

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αιτία
вин.
την αιτία
род.
της αιτίας
зват.
αιτία
Мн. ч.
им.
οι αιτίες
вин.
τις αιτίες
род.
των αιτιών
зват.
αιτίες

Примеры

Η αιτία του ατυχήματος ήταν η βροχή.
Причиной аварии был дождь. · The cause of the accident was rain.
Δεν ήταν δική του αιτία που έφτασε αργά.
Это не была его вина, что опоздал. · It wasn't his fault that he arrived late.
Κατέθεσε αιτία στο δικαστήριο κατά της εταιρείας.
Он подал в суд против компании. · He filed a lawsuit against the company.
Γνωρίζουμε τις αιτίες της κρίσης.
Мы знаем причины кризиса. · We know the causes of the crisis.