αισθητικός
[esθiˈtikos]прилагательноеB2
Значения
1
эстетический, художественный
aesthetic, artistic · αισθητική αξία — эстетическая ценность
2
чувствительный, восприимчивый
sensitive, perceptive · αισθητικό άτομο — чувствительный человек
Грамматика
мужской род
им.
αισθητικός
вин.
αισθητικό
род.
αισθητικού
зват.
αισθητικέ
женский род
им.
αισθητική
вин.
αισθητική
род.
αισθητικής
зват.
αισθητική
средний род
им.
αισθητικό
вин.
αισθητικό
род.
αισθητικού
зват.
αισθητικό
Примеры
Αυτό το κτίριο έχει μεγάλη αισθητική αξία.
Это здание имеет большую эстетическую ценность. · This building has great aesthetic value.
Είναι πολύ αισθητικός άνθρωπος.
Он очень чувствительный человек. · He is a very sensitive person.
Η αισθητική εμπειρία είναι σημαντική στη ζωή.
Эстетический опыт важен в жизни. · Aesthetic experience is important in life.
Οι αισθητικές απόψεις διαφέρουν από άτομο σε άτομο.
Эстетические взгляды различаются от человека к человеку. · Aesthetic views differ from person to person.