αισθητήρας
[es̬θiˈtiras]существительноеο · мужской родB2
Значения
1
датчик, сенсор
sensor, detector · αισθητήρας θερμοκρασίας — датчик температуры
2
орган чувств, рецептор
sensory organ, receptor · οι αισθητήρες του σώματος — органы чувств тела
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αισθητήρας
вин.
τον αισθητήρα
род.
του αισθητήρα
зват.
αισθητήρα
Мн. ч.
им.
οι αισθητήρες
вин.
τους αισθητήρες
род.
των αισθητήρων
зват.
αισθητήρες
Примеры
Ο αισθητήρας μετρά τη θερμοκρασία του δωματίου.
Датчик измеряет температуру комнаты. · The sensor measures the room temperature.
Τα σύγχρονα αυτοκίνητα έχουν πολλούς αισθητήρες.
Современные автомобили имеют много датчиков. · Modern cars have many sensors.
Το όργανο περιέχει ευαίσθητους αισθητήρες.
Прибор содержит чувствительные датчики. · The device contains sensitive sensors.
Χαλάστηκε ο αισθητήρας της κάμερας.
Сломался датчик камеры. · The camera's sensor broke down.